Μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την παραμονή των εκλογών μπορεί να αποτελέσει αφετηρία καταγγελίας, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να θεμελιώσει ποινική υπόθεση. Με αφορμή την υπόθεση της Θεανώς Καλαβανά, ο Αλέξης Μαύρος εστιάζει στο κρίσιμο σημείο όπου ο εκλογικός νόμος συναντά την ψηφιακή δικανική εξέταση, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την ελευθερία της έκφρασης.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν ένα επίμαχο περιεχόμενο εμφανίστηκε σε έναν λογαριασμό. Πρέπει να τεκμηριωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη έγινε, πότε πραγματοποιήθηκε, ποια διάταξη ενδέχεται να παραβιάστηκε και ποιο πρόσωπο συνδέεται πραγματικά με αυτή. Η εμφάνιση ενός ονόματος ή μιας φωτογραφίας προφίλ δεν αποδεικνύει αυτομάτως ποιος δημιούργησε, ανάρτησε ή διαχειρίστηκε το περιεχόμενο.
Η νομική αφετηρία είναι το άρθρο 63(1)(β) του Ν. 72/1979, το οποίο περιλαμβάνει απαγορεύσεις σχετικά με εκλογικές δημοσιεύσεις. Τον Μάιο του 2026, ο Γενικός Έφορος Εκλογών διευκρίνισε τον τρόπο εφαρμογής των σχετικών κανόνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό σημαίνει ότι μια καταγγελία δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από το ακριβές περιεχόμενο, τον χρόνο της δημοσίευσης και τη διάταξη που φέρεται να παραβιάστηκε.
Τι πρέπει να αποδειχθεί για μια εκλογική ανάρτηση
Για να προχωρήσει σοβαρά μια έρευνα, οι αρχές οφείλουν πρώτα να διαφυλάξουν το διαθέσιμο ψηφιακό υλικό και να διαχωρίσουν τα εξακριβωμένα γεγονότα από τις εκτιμήσεις. Παράλληλα, χρειάζεται να εξηγείται με σαφήνεια πώς αποκτήθηκαν τα στοιχεία, με ποιον τρόπο ελέγχθηκαν και γιατί θεωρούνται αξιόπιστα. Η διαδικασία αυτή είναι ουσιώδης, επειδή το ψηφιακό περιβάλλον επιτρέπει αλλαγές, διαγραφές ή αναδημοσιεύσεις που μπορούν να δυσκολέψουν την ακριβή αποτύπωση του αρχικού γεγονότος.
Εδώ αποκτά καθοριστικό ρόλο η ψηφιακή δικανική εξέταση. Στόχος της δεν είναι απλώς να επιβεβαιώσει ότι υπήρχε μια δημοσίευση, αλλά να εξετάσει αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που τη συνδέουν με συγκεκριμένο πρόσωπο. Χωρίς τεκμηριωμένη σύνδεση ανάμεσα στην ενέργεια και στον πραγματικό χρήστη, υπάρχει κίνδυνος η έρευνα να στηριχθεί σε ενδείξεις που δεν αρκούν για ασφαλή νομικά συμπεράσματα.
Αναλογικότητα, προσωπικά δεδομένα και ελευθερία έκφρασης
Η διερεύνηση μιας πιθανής εκλογικής παράβασης δεν δίνει απεριόριστη πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα κάποιου. Κάθε ερευνητικό βήμα πρέπει να υπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό, να περιορίζεται στα αναγκαία στοιχεία και να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Η διαφύλαξη των ψηφιακών τεκμηρίων πρέπει επίσης να γίνεται με τρόπο που επιτρέπει τον μεταγενέστερο έλεγχο της προέλευσης και της αξιοπιστίας τους.
Ταυτόχρονα, η εφαρμογή του εκλογικού νόμου οφείλει να λαμβάνει υπόψη την ελευθερία της έκφρασης. Δεν είναι κάθε πολιτική τοποθέτηση στα κοινωνικά δίκτυα ποινικά επιλήψιμη, ούτε αρκεί η χρονική εγγύτητα μιας ανάρτησης με τις εκλογές για να αποδειχθεί παράβαση. Απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση του περιεχομένου και των πραγματικών περιστάσεων.
Η ουσία για τον πολίτη είναι σαφής: μία ανάρτηση μπορεί να προκαλέσει έρευνα, αλλά όχι να υποκαταστήσει την απόδειξη. Η αξιοπιστία της διαδικασίας εξαρτάται από την πιστή εφαρμογή του νόμου, την τεχνικά ορθή εξέταση των ψηφιακών στοιχείων και τον σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων.
Πηγή: politis.com.cy