Η καρδιαγγειακή υγεία στην Ελλάδα φαίνεται να σκοντάφτει σε ένα γνώριμο αλλά κρίσιμο κενό: πολλοί πολίτες γνωρίζουν ότι η καρδιά χρειάζεται πρόληψη, όμως λιγότεροι μετατρέπουν αυτή τη γνώση σε προσωπική εκτίμηση κινδύνου, σταθερές συνήθειες και πρακτική ετοιμότητα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι ξέρουμε, αλλά τι κάνουμε όταν η γνώση πρέπει να γίνει καθημερινή πράξη.
Η πανελλαδική έρευνα της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε από τις 4 έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2026 σε 1.211 άτομα ηλικίας 18 ετών και άνω, καταγράφει αυτή την απόσταση με σαφήνεια. Το 65,9% των ερωτηθέντων θεωρεί τα καρδιαγγειακά νοσήματα πολύ ή εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Παρ’ όλα αυτά, όταν οι πολίτες ρωτήθηκαν ποια είναι η σημαντικότερη αιτία θανάτου στην Ελλάδα, μόνο το 25,1% απάντησε τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Η αντίληψη του κινδύνου μετατοπίζεται αλλού: το 39,5% ανέφερε τον καρκίνο και το 29,8% τα τροχαία ως σημαντικότερη αιτία θανάτου. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολίτες αγνοούν πλήρως την καρδιαγγειακή νόσο· δείχνει όμως ότι η γενική αναγνώριση της σοβαρότητας δεν αρκεί για να δημιουργήσει καθαρή εικόνα προτεραιότητας. Όταν ένα πρόβλημα θεωρείται «σοβαρό», αλλά όχι «το πιο άμεσο για μένα και την οικογένειά μου», η πρόληψη εύκολα μένει για αργότερα.
Γιατί το «ξέρω» δεν γίνεται πάντα πρόληψη
Η μεγαλύτερη απόσταση εμφανίζεται στις νεότερες ηλικίες. Στην ομάδα 18–34 ετών, μόλις το 14,4% αναγνωρίζει τα καρδιαγγειακά ως τη σημαντικότερη αιτία θανάτου στη χώρα. Η ηλικία συχνά δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας: η πίεση, η χοληστερίνη, το κάπνισμα, η καθιστική ζωή ή το οικογενειακό ιστορικό μπορεί να είναι γνωστοί παράγοντες κινδύνου, αλλά να μη βιώνονται ως κάτι που αφορά το παρόν.
Αυτή η ψυχολογική απόσταση έχει πρακτικές συνέπειες. Αν κάποιος πιστεύει ότι τα καρδιαγγειακά είναι κυρίως πρόβλημα «μεγαλύτερων ηλικιών» ή «άλλων ανθρώπων», είναι πιθανότερο να αναβάλει τον προληπτικό έλεγχο, να υποτιμήσει συμπτώματα ή να μη δώσει βάρος σε μικρές καθημερινές αλλαγές. Η πρόληψη, όμως, δεν αρχίζει τη στιγμή που εμφανίζεται το πρόβλημα· χτίζεται νωρίτερα, μέσα από επαναλαμβανόμενες επιλογές.
Καρδιά και φύλο: ένας μύθος που επηρεάζει την ετοιμότητα
Ένα δεύτερο εύρημα αφορά την επίμονη αντίληψη ότι η καρδιαγγειακή νόσος είναι κυρίως «ανδρική υπόθεση». Το 50,7% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα αφορούν κυρίως τους άνδρες, ενώ το 43,6% πιστεύει ότι αφορούν εξίσου τα δύο φύλα. Η άποψη αυτή εμφανίζεται πιο έντονα στους ίδιους τους άνδρες, με ποσοστό 57,5%, και στους πολίτες 65 ετών και άνω, όπου φτάνει το 63,6%.
Η αντίληψη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη ασφάλεια ή καθυστέρηση στην αναζήτηση βοήθειας. Στην πράξη, η ενημέρωση για την καρδιαγγειακή υγεία χρειάζεται να είναι πιο συγκεκριμένη: όχι μόνο να λέει ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου, αλλά να εξηγεί ποιος πρέπει να ελέγχεται, πότε χρειάζεται ιατρική συμβουλή και γιατί τα συμπτώματα δεν πρέπει να υποτιμώνται με βάση στερεότυπα για ηλικία ή φύλο.
Το βασικό μήνυμα είναι απλό και απαιτητικό: η γνώση από μόνη της δεν προστατεύει. Προστατεύει όταν γίνεται προσωπική επίγνωση, τακτικός έλεγχος, συζήτηση με γιατρό και ετοιμότητα για άμεση αντίδραση σε ύποπτα συμπτώματα. Για την καρδιά, η διαφορά ανάμεσα στο «το ξέρω» και στο «το κάνω» μπορεί να είναι η πιο σημαντική απόσταση.