Το ΚΕΒΕ επανέφερε την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026 την ανάγκη να υπάρξει θεσμοθετημένος και τακτικός διάλογος με το κράτος για τα μεγάλα ζητήματα της οικονομίας, ζητώντας έναν σταθερό μηχανισμό συνεννόησης πριν από αποφάσεις που επηρεάζουν επιχειρήσεις, επενδύσεις και νοικοκυριά. Η θέση του Επιμελητηρίου δεν αφορά μια απλή εθιμοτυπική ανταλλαγή απόψεων, αλλά μια οργανωμένη διαδικασία με ημερήσια διάταξη, χρονοδιαγράμματα και παρακολούθηση των αποφάσεων.
Το αίτημα αποκτά πρακτική σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η κυπριακή οικονομία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάπτυξη, το αυξημένο λειτουργικό κόστος, τις πιέσεις στην αγορά εργασίας και την ανάγκη για ταχύτερη αδειοδότηση επενδύσεων. Για τις επιχειρήσεις, η προβλεψιμότητα στις αποφάσεις του κράτους είναι συχνά εξίσου σημαντική με τα ίδια τα μέτρα πολιτικής.
Τι ζητά στην πράξη το ΚΕΒΕ
Η πρόταση για θεσμοθετημένο διάλογο σημαίνει ότι κράτος και επιχειρηματικός κόσμος θα συναντώνται σε σταθερή βάση, με συγκεκριμένα θέματα προς εξέταση και όχι μόνο όταν προκύπτει κρίση ή δημόσια αντιπαράθεση. Ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να καλύπτει ζητήματα φορολογικής πολιτικής, πράσινης μετάβασης, ψηφιακού μετασχηματισμού, κόστος ενέργειας, στεγαστικό πρόβλημα που επηρεάζει την προσέλκυση εργαζομένων, καθώς και μεταρρυθμίσεις που αφορούν την ταχύτητα του δημόσιου τομέα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αδειοδοτήσεις μεγάλων και μικρομεσαίων επενδύσεων. Όταν μια επιχείρηση χρειάζεται μήνες για να λάβει εγκρίσεις, το κόστος αυξάνεται, τα σχέδια καθυστερούν και η Κύπρος χάνει ανταγωνιστικότητα έναντι άλλων ευρωπαϊκών προορισμών. Αντίστοιχα, σε θέματα ενέργειας, οι αποφάσεις για επιδοτήσεις, δίκτυα, ΑΠΕ και χρεώσεις επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής και τις τελικές τιμές προς τον καταναλωτή.
Το ΚΕΒΕ θεωρεί ότι μέσα από έναν μόνιμο δίαυλο θα μπορούν να εντοπίζονται έγκαιρα οι επιπτώσεις κάθε νέας ρύθμισης στην αγορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτεία θα υιοθετεί αυτόματα τις θέσεις των επιχειρήσεων, αλλά ότι θα αποφασίζει έχοντας μπροστά της πραγματικά δεδομένα από την αγορά και όχι μόνο υπηρεσιακές εισηγήσεις.
Γιατί αφορά και τον πολίτη
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στα συμφέροντα των επιχειρήσεων. Όταν η οικονομική πολιτική σχεδιάζεται χωρίς επαρκή διαβούλευση, οι συνέπειες περνούν συχνά στον πολίτη: υψηλότερες τιμές, καθυστερήσεις σε έργα, λιγότερες θέσεις εργασίας ή πιο ακριβές υπηρεσίες. Ένας πιο οργανωμένος διάλογος μπορεί να μειώσει τις αστοχίες και να κάνει τις αποφάσεις πιο εφαρμόσιμες.
Για παράδειγμα, μέτρα που αφορούν την πράσινη φορολογία ή την αύξηση του κόστους συμμόρφωσης για μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται μεταβατικές περιόδους, καθαρές οδηγίες και πρακτική στήριξη. Διαφορετικά, το βάρος μεταφέρεται γρήγορα στις τιμές ή οδηγεί μικρές μονάδες σε αναβολή επενδύσεων.
Η θεσμοθέτηση του διαλόγου θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει στη διαφάνεια. Αν οι συναντήσεις έχουν δημοσιευμένη ατζέντα, πρακτικά συμπεράσματα και μετρήσιμη παρακολούθηση, οι πολίτες θα γνωρίζουν ποια θέματα συζητούνται, ποιες δεσμεύσεις αναλαμβάνονται και ποια μέτρα προχωρούν. Έτσι αποφεύγεται η εντύπωση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες.
Το βασικό ζητούμενο είναι να περάσει η Κύπρος από την αποσπασματική διαβούλευση σε μια πιο ώριμη διαδικασία οικονομικού σχεδιασμού. Με σταθερούς κανόνες, έγκαιρη ανταλλαγή στοιχείων και λογοδοσία, ο διάλογος ΚΕΒΕ-κράτους μπορεί να γίνει εργαλείο καλύτερης πολιτικής και όχι ακόμη μία επιτροπή χωρίς αποτέλεσμα.