Η συζήτηση για την προστασία προσωπικών δεδομένων στην Κύπρο επανέρχεται με αφορμή τα αιτήματα για ισότιμη μεταχείριση κομμάτων, οργανωμένων συνόλων και ανεξάρτητων υποψηφίων σε διαδικασίες όπου χρησιμοποιούνται στοιχεία πολιτών. Ο άξονας «ίδιοι όροι για όλους» αφορά κυρίως το ποιος δικαιούται πρόσβαση σε δεδομένα, με ποιο σκοπό, υπό ποια νομική βάση και με ποιους ελέγχους, ώστε να μη δημιουργούνται προνομιακές ταχύτητες ανάμεσα σε συμμετέχοντες στη δημόσια ή εκλογική ζωή.
Στην πράξη, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Σε περιόδους πολιτικής κινητοποίησης, συλλογής υπογραφών, ενημερωτικών εκστρατειών ή προεκλογικής επικοινωνίας, τα στοιχεία πολιτών έχουν άμεση αξία: ονοματεπώνυμα, στοιχεία επικοινωνίας, διευθύνσεις, ακόμη και πληροφορίες που μπορεί να αποκαλύπτουν πολιτικές προτιμήσεις, θεωρούνται προσωπικά δεδομένα και σε ορισμένες περιπτώσεις ευαίσθητα. Γι’ αυτό όσοι ζητούν «ίδιους όρους» δεν ζητούν απλώς λιγότερη γραφειοκρατία· ζητούν να είναι ξεκάθαρο αν οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους φορείς.
Τι σημαίνει ισότητα όρων στα προσωπικά δεδομένα
Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων δεν απαγορεύει κάθε χρήση προσωπικών δεδομένων. Απαιτεί όμως να υπάρχει συγκεκριμένος σκοπός, νόμιμη βάση, αναλογικότητα και ενημέρωση του πολίτη. Αυτό σημαίνει ότι μια αρχή, ένα κόμμα, μια ομάδα πολιτών ή ένας υποψήφιος δεν μπορεί να συλλέγει ή να χρησιμοποιεί στοιχεία απλώς επειδή «είναι χρήσιμα». Πρέπει να εξηγεί γιατί τα χρειάζεται, για πόσο θα τα κρατήσει, ποιος θα έχει πρόσβαση και πώς μπορεί ο πολίτης να ασκήσει τα δικαιώματά του.
Η ένσταση που διατυπώνεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι οι κανόνες δεν πρέπει να λειτουργούν επιλεκτικά. Αν ένας θεσμικός φορέας έχει πρόσβαση σε κατάλογο ή δυνατότητα επικοινωνίας με πολίτες για νόμιμο σκοπό, τότε πρέπει να αποσαφηνίζεται αν και πώς μπορεί να έχει αντίστοιχη δυνατότητα ένας άλλος φορέας που συμμετέχει στην ίδια διαδικασία. Αν, αντίθετα, η πρόσβαση περιορίζεται για λόγους προστασίας δεδομένων, ο περιορισμός πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια και να αιτιολογείται καθαρά.
Ιδιαίτερα στην Κύπρο, όπου οι κοινωνικές και πολιτικές δομές είναι σχετικά μικρές, η προστασία της ιδιωτικότητας έχει πρακτική διάσταση. Ένα τηλεφώνημα, ένα μήνυμα ή μια στοχευμένη λίστα επικοινωνίας μπορεί εύκολα να αποκαλύψει συμμετοχή, προτίμηση ή σχέση ενός πολίτη με συγκεκριμένη υπόθεση. Γι’ αυτό η συζήτηση δεν αφορά μόνο νομικούς ή τεχνικούς κανόνες, αλλά και την εμπιστοσύνη των πολιτών ότι τα στοιχεία τους δεν χρησιμοποιούνται χωρίς έλεγχο.
Το πρακτικό διακύβευμα για πολίτες και φορείς
Για τον πολίτη, το βασικό ερώτημα είναι απλό: ποιος έχει τα δεδομένα μου και γιατί; Αν η απάντηση δεν είναι σαφής, δημιουργείται έδαφος για καχυποψία, ακόμη και όταν η χρήση των στοιχείων γίνεται για νόμιμο σκοπό. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα ενημέρωσης, πρόσβασης, διόρθωσης και, όπου εφαρμόζεται, αντίρρησης ή διαγραφής. Οι οργανισμοί που χειρίζονται δεδομένα οφείλουν να μπορούν να αποδείξουν ότι τήρησαν τις υποχρεώσεις τους.
Για τους φορείς που ζητούν ισότιμους όρους, η λύση δεν είναι η ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε περισσότερα στοιχεία, αλλά ένα διαφανές πλαίσιο. Αυτό μπορεί να σημαίνει κοινές οδηγίες, τυποποιημένες διαδικασίες, περιορισμένη χρήση για συγκεκριμένο σκοπό, καταγραφή πρόσβασης και σαφείς κυρώσεις σε περίπτωση κατάχρησης. Έτσι προστατεύεται και ο ανταγωνισμός στη δημόσια σφαίρα και η ιδιωτικότητα των πολιτών.
Το κρίσιμο σημείο είναι να μη χρησιμοποιείται η προστασία προσωπικών δεδομένων ούτε ως πρόσχημα αποκλεισμού ούτε ως άλλοθι για χαλαρή διαχείριση στοιχείων. Οι ίδιοι όροι για όλους σημαίνουν ίδιοι κανόνες, ίδια λογοδοσία και ίδια υποχρέωση σεβασμού απέναντι στον πολίτη. Σε μια περίοδο όπου η πολιτική επικοινωνία γίνεται όλο και πιο στοχευμένη, αυτή η ισορροπία είναι πλέον αναγκαία προϋπόθεση εμπιστοσύνης.