Η μάχη για το ποιος ελέγχει την πρόσβαση στα κρατικά κτίρια έφτασε στα ομοσπονδιακά δικαστήρια της Ουάσιγκτον: το CNN, το Politico και το MS NOW κατέθεσαν από κοινού αγωγή κατά της κυβέρνησης Τραμπ, ζητώντας να τους επιστραφεί η διαπίστευση στον Λευκό Οίκο που τους αφαιρέθηκε χωρίς προειδοποίηση. Πρόκειται για μια αντιπαράθεση που ξεπερνά τα τρία συγκεκριμένα μέσα και θέτει ενώπιον της δικαιοσύνης το ερώτημα κατά πόσο ο Λευκός Οίκος μπορεί να αποφασίζει ποιοι δημοσιογράφοι θα έχουν φυσική πρόσβαση στην προεδρία.
Η αίτηση έκτακτης ανάγκης που κατέθεσαν οι τρεις οργανισμοί αναμένεται να εξεταστεί από ομοσπονδιακό δικαστή στο Περιφερειακό Δικαστήριο της Ουάσιγκτον, με ακροάσεις και νομικές αντιπαραθέσεις να πιθανολογούνται ήδη από την εβδομάδα που διανύουμε. Στην κοινή τους δήλωση, τα τρία μέσα υποστηρίζουν ότι ο Λευκός Οίκος ανακάλεσε τις διαπιστεύσεις «χωρίς προειδοποίηση ή διαδικασία», επειδή διαφώνησε με την κάλυψή τους, και ότι η κίνηση αυτή —αν δεν αμφισβητηθεί δικαστικά— απειλεί την ελευθερία του Τύπου και το δικαίωμα του κοινού σε ανεξάρτητη ενημέρωση. Η νομική βάση της προσφυγής στηρίζεται στην Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.
Οι πρακτικές συνέπειες είναι άμεσες και συγκεκριμένες. Δημοσιογράφοι των τριών μέσων δεν έχουν πρόσβαση στους χώρους εργασίας τους μέσα στον Λευκό Οίκο. Στο CNN και στο MS NOW απαγορεύεται επιπλέον η χρήση του τηλεοπτικού εξοπλισμού και των θέσεων των καμερών τους εντός των εγκαταστάσεων. Το CNN απομακρύνθηκε μάλιστα από τις υποχρεώσεις συλλογικής κάλυψης που μοιράζονται τα μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα, ενώ ήταν προγραμματισμένο να αναλάβει τη συλλογική τηλεοπτική κάλυψη και να συνοδεύσει τον πρόεδρο σε ταξίδι του. Ο αποκλεισμός, δηλαδή, δεν αφορά μόνο τη φυσική παρουσία σε ένα κτίριο, αλλά και τη ροή της εικόνας και της πληροφορίας προς το ευρύ κοινό.
Γιατί η υπόθεση αφορά πολύ περισσότερους από τρεις ειδησεογραφικούς οργανισμούς
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε, όταν ανακοίνωσε την απαγόρευση την περασμένη Παρασκευή, ότι ενδέχεται να προσθέσει και άλλα μέσα στον κατάλογο. Αυτό μετατρέπει την υπόθεση από μεμονωμένη διαφορά σε τεστ ευρύτερης σημασίας: αν η κυβέρνηση μπορεί να αποκλείει μέσα βάσει της κάλυψής τους, τότε κάθε επόμενη απαγόρευση γίνεται ευκολότερη και το κριτήριο παύει να είναι η δημοσιογραφική δεοντολογία και γίνεται η πολιτική συμπάθεια. Σε αυτό ακριβώς το σημείο επικεντρώνεται η επιχειρηματολογία των τριών μέσων, που ζητούν από το δικαστήριο να αποκαταστήσει την πρόσβαση και να ορίσει ότι ο Λευκός Οίκος δεν νομιμοποιείται να τιμωρεί δημοσιογράφους για το περιεχόμενο της δουλειάς τους.
Το δικαστικό σκέλος θα κριθεί σε δύο επίπεδα: πρώτον, αν υπάρχει επείγον ζήτημα που δικαιολογεί την ταχεία εξέταση της αίτησης· δεύτερον, αν ο αποκλεισμός συνιστά παραβίαση συνταγματικής προστασίας ή απλώς άσκηση της εξουσίας του προέδρου να ρυθμίζει την πρόσβαση στον χώρο του. Η έκβαση αναμένεται να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η λεγόμενη «δεξαμενή» των δημοσιογράφων που καλύπτουν τον Λευκό Οίκο, ένα σύστημα άτυπων κανόνων που επί δεκαετίες εξασφάλιζε σταθερή και πολυφωνική κάλυψη της προεδρίας.
Τι σημαίνει πρακτικά για την ενημέρωση του κοινού
Για τον μέσο πολίτη —στην Κύπρο όπως και στις ΗΠΑ— η υπόθεση δεν είναι μακρινή. Η πρόσβαση των δημοσιογράφων στον χώρο όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις καθορίζει πόσα και ποια στοιχεία φτάνουν στο κοινό: από μια δήλωση σε διάδρομο μέχρι μια εικόνα σε μια κρίσιμη στιγμή. Όταν η πρόσβαση γίνεται διαπραγματεύσιμη βάσει της αρεσκείας της εξουσίας, η ενημέρωση στενεύει για όλους, ανεξάρτητα από το ποιο μέσο διαβάζει ή βλέπει κανείς. Η δικαστική μάχη που ανοίγει στην Ουάσιγκτον θα δείξει αν αυτό το όριο μπορεί να τεθεί από τα δικαστήρια ή αν θα καθορίζεται στο εξής από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο.